Ιστορια

Η Πελοπόννησος, αυτή η πανέμορφη γωνιά της ελληνικής χερσονήσου όπου βρίσκεται το χωριό Καρυές Λακωνίας, ήταν κατοικημένη από την Παλαιολιθική εποχή. Τα ίχνη που άφησαν εκείνοι οι πρώτοι κάτοικοι είναι ελάχιστα. Εκείνη τη μακρινή εποχή που διήρκησε εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια, συνέβησαν βέβαια αμέτρητα γεγονότα, φυσικές καταστροφές, συγκρούσεις, προσπάθειες για τη βελτίωση της ζωής, μικρά και μεγάλα συμβάντα της καθημερινής ζωής, αλλά όλα έχουν χαθεί στο σκοτάδι της ανυπαρξίας αφού δεν άφησαν ίχνη πίσω τους. Έμεινε μόνο ένας «απόηχος», που αποτέλεσε το υλικό από το οποίο πλάστηκαν τα ηρωικά κατορθώματα και οι συναρπαστικές περιπέτειες των ηρώων της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας και των θεών των αρχαίων Ελλήνων.

Γύρω στο 2300 π.Χ. μετανάστευσαν στην ελληνική χερσόνησο από το βορρά τα πρώτα φύλα ινδοευρωπαϊκής προέλευσης, οι Πρωτοέλληνες όπως λέγονται. Δεν ήταν ένας λαός αλλά πολλοί, συγγενικής καταγωγής, που οι αρχαίες πηγές τους αναφέρουν όλους μαζί ως Πελασγούς. Ένα τέτοιο πελασγικό φύλο, οι Αρκάδες, διέσχισε όλη την ελληνική χερσόνησο, πέρασε τον Ισθμό και εγκαταστάθηκε στα βουνά και τα εύφορα οροπέδια και κοιλάδες της κεντρικής Πελοποννήσου. Η περιοχή τους, που ονομάστηκε Αρκαδία, περιλάμβανε το όρος Λύκαιο (δυτικά από τη σημερινή Μεγαλόπολη), το όρος Μαίναλο, τον βορειοανατολικό Πάρνωνα, το όρος Κτενιάς, και βορειοδυτικά το όρος Ζήρια και το όρος Ερύμανθος. Το οροπέδιο γύρω από τη σημερινή Τρίπολη, η κοιλάδα του Αλφειού και ο κάμπος της Μεγαλόπολης ήταν η γη που καλλιεργούσαν. Ήδη από την εποχή της πρώτης τους εγκατάστασης, ζούσαν διασκορπισμένοι σε μικρούς αγροτικούς οικισμούς.

Ένας τέτοιος οικισμός Αρκάδων ήταν και οι Κάρυαι ή Καρύαι, που ήταν χτισμένος στη βορειοδυτική πλαγιά του Πάρνωνα. Το όνομά του προφανώς το πήρε από τις πολλές καρυδιές που υπήρχαν τότε – και υπάρχουν μέχρι και σήμερα – στην περιοχή. Πότε ακριβώς ιδρύθηκε, σε ποιο ακριβώς σημείο, και ποιος ήταν ο ιδρυτής της, είναι άγνωστο. Είναι βέβαιο ότι βρισκόταν στην εγγύς περιοχή του σημερινού χωριού Καρυές, αλλά δεν έχουν βρεθεί μέχρι σήμερα σαφή οικοδομικά λείψανα που να επιβεβαιώνουν τη ακριβή θέση του. Το πιθανότερο όμως είναι ότι ο πυρήνας των αρχαίων Καρυών βρισκόταν στο πλάτωμα ακριβώς βόρεια από την πέτρινη γέφυρα του κεντρικού δρόμου στη δυτική είσοδο του σημερινού χωριού, ακριβώς δίπλα στο ρέμα. Η πιο σαφής αναφορά στις αρχαίες πηγές για τη θέση των αρχαίων Καρυών γίνεται στα Λακωνικά του Παυσανία (10,6- 7): «Όλη η περιοχή πέρα από τις Ερμές είναι γεμάτη βελανιδιές. Το δάσος αυτό ονομάζεται Σκοτίτας, όχι από την πυκνότητα των δέντρων αλλά από το προσωνύμιο Σκοτίτας που έχει εδώ ο Δίας, διότι υπάρχει σε μια λοξοδρόμηση δέκα περίπου σταδίων (σημ.: 1.900 μέτρα) αριστερά του δρόμου ένα ιερό του Δία Σκοτίτα. Αν από το ιερό αυτό επανέλθει κανείς στο δρόμο, προχωρήσει λίγο και λοξοδρομήσει πάλι αριστερά, θα συναντήσει άγαλμα του Ηρακλή και τρόπαιο που λέγεται ότι έστησε ο Ηρακλής όταν σκότωσε τον Ιπποκόωντα και τους γιους του. Μια τρίτη παρεκτροπή από τον κύριο δρόμο προς τα δεξιά οδηγεί στις Καρυές και στο ιερό της Αρτέμιδος».

Με το πέρασμα των χρόνων, γειτονικοί οικισμοί Αρκάδων που εκμεταλλεύονταν μια συγκεκριμένη καλλιεργήσιμη γη ενώθηκαν σε Δήμους. Ο περιηγητής Παυσανίας (Αρκαδικά 8,45) αναφέρει ότι οι δήμοι των Αρκάδων ήταν εννέα: οι Γαρεάται (που εκτεινόταν από τα Άνω Δολιανά ως τη Βέρβενα), οι Φυλακείς (από τα Κούτρουφα ως τα Βούρβουρα, και δυτικά ίσως μέχρι τα Πηγαδάκια), οι Καρυάται (στην περιοχή των σημερινών Καρυών), οι Κορυθείς (στα βόρεια της Τεγέας, στην περιοχή των χωριών Αγιωργίτικα, Στενό και Παρθένιο), οι Πωταχίδαι (δυτικά από την περιοχή των Κορυθαίων, μέχρι την Τρίπολη), οι Οιάται (στην περιοχή γύρω από το χωριό Βλαχοκερασιά), οι Μανθυρείς (γύρω από τη λίμνη Τάκα και νότια μέχρι τη Μανθυρέα), οι Εχευήθεις (ανατολικά από την Τρίπολη, γύρω από τα χωριά Ζευγολατειό και Νεοχώρι) και οι Αφείδαντες (στην περιοχή ανάμεσα στα χωριά Επισκοπή, Άκρα και Στάδιο). Ο γενάρχης και βασιλιάς αυτών των τελευταίων, ο Αφείδας, έπεισε όλους τους Αρκάδες να στείλουν εποίκους και να ιδρύσουν μια πόλη, και έτσι ιδρύθηκε η Τεγέα, η πρωτεύουσα, ας την ονομάσουμε έτσι, των Αρκάδων. Οι άλλοι οικισμοί των Αρκάδων συνέχισαν φυσικά να υπάρχουν, και πολλοί από αυτούς, όπως ο Ορχομενός, η Μαντίνεια, η Φιγαλεία και η Ψωφίς, γνώρισαν αργότερα μεγάλη ανάπτυξη. Στον εποικισμό της Τεγέας συμμετείχαν βεβαίως και οι Καρυάτες με μια ομάδα εποίκων, αλλά η ζωή συνεχίστηκε και στο μητροπολιτικό οικισμό τους χωρίς διακοπή.

Από το 1900 π.Χ. ως το 1600 π.Χ., μια εποχή που οι ιστορικοί αποκαλούν Μεσοελλαδική περίοδο, μετανάστευσαν από το βορρά και εγκαταστάθηκαν σε κάθε γωνιά της ελληνικής χερσονήσου δεκάδες άλλες Πρωτοελληνικές φυλές. Στην Πελοπόννησο, εκτός από τους Αρκάδες, ήρθαν και εγκαταστάθηκαν Ίωνες, Αζάνες, Λαπίθες, Φλεγύες, Επιοί, Μινύες, Αιολείς, Αχαιοί και άλλοι. Ο Όμηρος τους ονομάζει όλους αυτούς μαζί Αχαιούς. Ο πολιτισμός τους ήταν μάλλον συντηρητικός και η οικονομία τους αυστηρά γεωργική. Δεν ασχολούνται με το εμπόριο, ζουν περιορισμένοι στα φτωχικά χωριά τους, και τίποτε δεν προμήνυε ότι από αυτόν το λαό θα ξεπηδούσε ένας από τους λαμπρότερους πολιτισμούς της ιστορίας, ο Μυκηναϊκός πολιτισμός, που άνθισε από το 1600 π.Χ. ως το 1100 π.Χ. Πώς ακριβώς έγινε αυτή η μετάβαση δεν είναι γνωστό. Γονιμοποιός δύναμη ήταν πιθανότατα ο Μινωικός πολιτισμός που είχε ανθίσει μερικούς αιώνες νωρίτερα στην Κρήτη, και το πιθανότερο είναι ότι προέκυψε όταν οι δύο αυτοί λαοί ήρθαν σε επαφή (είτε οι Αχαιοί έχτισαν καράβια, ανοίχτηκαν στη θάλασσα, και ήρθαν σε επαφή με τους Μινωίτες, είτε οι Μινωίτες ήρθαν για εμπόριο στη γη των Μυκηναίων). Το σίγουρο είναι ότι για πέντε ολόκληρους αιώνες, οι Αχαιοί της Πελοποννήσου μεγαλουργούν, συσσωρεύουν πλούτη, χτίζουν παλάτια, ανοίγονται στη θάλασσα, αναπτύσσουν το εμπόριο και αποκτούν πολεμική ισχύ.

Γύρω στο 1100 π.Χ. όμως, ήρθε το τέλος του μυκηναϊκού κόσμου. Μερικά χρόνια νωρίτερα, μια ανθρώπινη λαίλαπα, οι Λαοί της Θάλασσας όπως τους ονόμασαν οι ιστορικοί της αρχαιότητας, προερχόμενοι από τα παράλια της Μικράς Ασίας, σαρώνουν όλο το Αιγαίο και καταστρέφουν τους εμπορικούς σταθμούς των Μυκηναίων. Αυτή ήταν η αρχή του τέλους του μυκηναϊκού πολιτισμού, αλλά το τέλος γράφτηκε όταν εισέβαλε στην Πελοπόννησο το τελευταίο ελληνικό φύλο που ήρθε από το βορρά, οι Δωριείς.

Η κάθοδος των Δωριέων, ή η επιστροφή των Ηρακλειδών, όπως ονόμαζαν οι ίδιοι οι αρχαίοι Έλληνες τη μετανάστευση αυτών των ανίκητων πολεμιστών με τα πανίσχυρα σιδερένια όπλα, που τους θεωρούσαν απογόνους του Ηρακλή, έγινε οργανωμένα, σε τέσσερα κύματα/ομάδες. Η πρώτη ομάδα κατέκτησε την περιοχή της Αργολίδας στη βορειοανατολική Πελοπόννησο και τις μεγάλες πόλεις της, το Άργος και τις Μυκήνες. Η δεύτερη ομάδα κατέκτησε την περιοχή γύρω από την κοιλάδα του Ευρώτα, στην κεντρική Πελοπόννησο, και ίδρυσε τη Σπάρτη. Η τρίτη ομάδα κατέκτησε τις εύφορες πεδιάδες στη νότια Πελοπόννησο, στην περιοχή της Μεσσηνίας. Και η τέταρτη ομάδα κατέλαβε την πόλη της Κορίνθου και όλο τον κάμπο γύρω της, στην περιοχή του Ισθμού.

Στην ορεινή κεντρική Πελοπόννησο, οι Αρκάδες που κατοικούσαν εδώ από τα χρόνια των Πελασγών, περιορίστηκαν κυρίως στα βουνά, περικυκλωμένοι από όλα τα σημεία του ορίζοντα από τους Δωριείς. Η μεγάλη πόλη τους ωστόσο, η Τεγέα, διατήρησε τη δύναμή της, και μάλιστα απέκρουε με επιτυχία τις επιθέσεις των Δωριέων Σπαρτιατών. Οι Σπαρτιάτες προτίμησαν να συνθηκολογήσουν με τους Τεγεάτες και τους άλλους Αρκάδες, οπότε γύρω στο 550 π.Χ. βρέθηκαν να είναι και σύμμαχοι, μέλη της Πελοποννησιακής Συμμαχίας. Η Σκιρίτις μάλιστα, η περιοχή της Αρκαδίας ανάμεσα στους ποταμούς Ευρώτα και Οινούντα, στα βόρεια σύνορα της Σπάρτης (με μεγαλύτερες πόλεις το Οίον και τις Καρυές), ήταν ο σημαντικότερος και ισχυρότερος σύμμαχος των Σπαρτιατών. Οι σκληροτράχηλοι και ρωμαλέοι Αρκάδες αυτής της περιοχής επάνδρωναν τον περίφημο Σκιρίτη Λόχο, ένα σώμα 600 πολεμιστών που ήταν οι δυνάμεις καταδρομών της εποχής. Αποτελούσαν το επίλεκτο στρατιωτικό σώμα των Σπαρτιατών, ήταν αυτοί που πάντα ορμούσαν πρώτοι στους αντιπάλους όταν ξεκινούσε η μάχη, παρατάσσονταν στην αριστερή πτέρυγα του στρατεύματος δίπλα στον βασιλιά, και αναλάμβαναν καταδρομικές αποστολές μέσα στη νύχτα. Η σημαντικότερη καταδρομική επιχείρηση πολεμιστών αυτού του λόχου, σύμφωνα με τον ιστορικό Διόδωρο τον Σικελιώτη, πραγματική αποστολή αυτοκτονίας, ήταν στις Θερμοπύλες το 480 π.Χ. Μια μικρή μονάδα Σκιριτών διείσδυσε στο περσικό στρατόπεδο, κατόρθωσε κι έφτασε ως τη σκηνή του βασιλιά Ξέρξη, και θα σκότωνε τον βασιλιά των Περσών αν η τύχη δεν το έφερνε να λείπει εκείνη τη στιγμή από τη σκηνή του. Οι Σκιρίτες πρόλαβαν και σκότωσαν μεταξύ άλλων τους δύο αδελφούς του βασιλιά, τους στρατηγούς Αβροκόμη και Υπεράνθη, προτού πέσουν νεκροί από την πολυάριθμη περσική φρουρά.

Στους Περσικούς Πολέμους, οι Τεγεάτες (και μαζί με αυτούς και οι Καρυάτες και άλλοι Αρκάδες) πολέμησαν με τόσο ηρωισμό που όλοι οι Έλληνες τους θαύμασαν. Στη μάχη των Πλαταιών, το 479 π.Χ., οι Αρκάδες όρμησαν με λύσσα επάνω στους Πέρσες που είχαν απέναντί τους, τους διέλυσαν σαν να ήταν καπνός και συνέβαλαν καθοριστικά στην ελληνική νίκη.

Γύρω στο 800 π.Χ., σχεδόν 300 χρόνια μετά την αρχική εγκατάστασή τους στην Πελοπόννησο, οι Σπαρτιάτες επιτέθηκαν στις πόλεις των Αχαιών Αμύκλαι, Φάρις και Γερόνθραι, που βρίσκονταν νότια από τη Σπάρτη, στην κοιλάδα του Ευρώτα και στους νότιους πρόποδες του Πάρνωνα, τις κατέκτησαν, υποδούλωσαν τους κατοίκους τους και κατέλαβαν τη γη τους. Το 743-723 π.Χ., με τον 20ετή A΄ Μεσσηνιακό πόλεμο, οι Δωριείς Σπαρτιάτες νίκησαν τους επίσης Δωριείς Μεσσήνιους και κατέκτησαν τα εύφορα εδάφη τους. Οι Μεσσήνιοι προσπάθησαν να κερδίσουν πίσω τη γη και την ελευθερία τους με τον Β΄ Μεσσηνιακό πόλεμο, το 645-628 π.Χ. αλλά και πάλι ηττήθηκαν. Εκείνη την εποχή, οι Καρυές ανήκαν στην επικράτεια της Σπάρτης, χωρίς ωστόσο οι κάτοικοί της να είναι Είλωτες ή Περίοικοι, δηλαδή δούλοι των Σπαρτιατών. Ο Παυσανίας μνημονεύει ένα επεισόδιο του Β΄ Μεσσηνιακού πολέμου (Δ, 16,9), κατά το οποίο ο αρχηγός των Μεσσηνίων ο Αριστομένης επιτέθηκε αιφνιδιαστικά στις Καρυές και απήγαγε τις Καρυάτιδες που συμμετείχαν στους εορτασμούς στο ιερό της Αρτέμιδος, ανάμεσα στις οποίες και κάποιες κόρες επιφανών Σπαρτιατών, τις οποίες αργότερα απελευθέρωσε αφού εισέπραξε πλούσια λύτρα.

Στους αιώνες που ακολούθησαν, δηλαδή κατά τη διάρκεια της Αρχαϊκής περιόδου (μέσα 7 ου αιώνα-500 π.Χ.), της Κλασικής περιόδου (500 – 330 π.Χ.) και της Ελληνιστικής περιόδου (330-146 π.Χ.), μέχρι την κατάκτηση όλων των Ελλήνων από τους Ρωμαίους το 146 π.Χ., οι Καρυές ήταν υπό την εξουσία των Σπαρτιατών, αλλά υπήρχαν και εποχές που ήταν ελεύθερες. Φαίνεται ότι οι Σπαρτιάτες είχαν επιτρέψει μια σχετική αυτονομία στους Καρυάτες. Προτίμησαν να μην τους κάνουν δούλους τους αλλά συμμάχους τους, και με τη σειρά τους οι Καρυάτες σιγά σιγά υιοθέτησαν πολλά στοιχεία του δωρικού τρόπου ζωής και προτίμησαν και αυτοί μια αρμονική συμβίωση μαζί τους.

Το πιο γνωστό στοιχείο της συνύπαρξης των Αρκάδων Καρυατών και των Δωριέων Σπαρτιατών ήταν οι εορταστικές τελετές προς τιμήν της Αρτέμιδος στο ιερό της θεάς λίγο έξω από τις Καρυές, τα περίφημα Καρυάτεια, στα οποία κάνει σαφή αναφορά ο Παυσανίας στα Λακωνικά του (10,6-7): «Η περιοχή των Καρυών είναι αφιερωμένη στην Άρτεμη και στις Νύμφες. Υπάρχει και άγαλμα της Αρτέμιδος Καρυάτιδος στημένο στην ύπαιθρο. Οι παρθένες των Λακεδαιμονίων στήνουν εκεί κάθε χρόνο χορούς και χορεύουν έναν τοπικό χορό». Σε αυτή τη γιορτή αρχικά χόρευαν κοπέλες από τις Καρυές, οι περίφημες Καρυάτιδες, αλλά πολύ σύντομα συμμετείχαν κοπέλες και από τη Σπάρτη και από άλλες πολιτείες της επικράτειας των Σπαρτιατών. Η εορτή είχε αγροτικό χαρακτήρα και θα πρέπει να τελείτο το καλοκαίρι, πριν το θερισμό του σιταριού (για να εξευμενίσουν τη θεά για ευκαρπία) ή αμέσως μετά το θερισμό (για να την ευχαριστήσουν για την καλή σοδειά). Φαίνεται πως η φήμη αυτής της εορτής είχε εξαπλωθεί πολύ στα αρχαία χρόνια και συγκέντρωνε πολλούς πιστούς.

Με τον καιρό διαδόθηκε στον αρχαίο κόσμο η φήμη για την ομορφιά των Καρυάτιδων, που με την κορμοστασιά τους ενέπνευσαν τους καλλιτέχνες της Κλασικής περιόδου, κυρίως γλύπτες και αρχιτέκτονες, καθώς ήδη από τον 6ο αιώνα π.Χ. συναντάμε τον αρχιτεκτονικό τύπο της Καρυάτιδας σε σημαντικά κτίσματα της περιόδου, με αποκορύφωμα την πρόσταση των έξι Καρυάτιδων στο Ερεχθείο της Ακρόπολης, οι οποίες μαγεύουν με τη δύναμη, τη σιγουριά και την περηφάνια που αποπνέουν. Οι Καρυάτιδες λοιπόν είναι μαρμάρινα αγάλματα γυναικών που χρησιμοποιούνται στη στήριξη κτιρίων αντί για κίονες, ως διακοσμητικό στήριγμα σε πύλες, σε προσόψεις ναών και άλλων κτηρίων.

Οι Καρυάτιδες έχουν τα χέρια ελεύθερα, ενώ το αρχιτεκτονικό στοιχείο που υποστυλώνουν στηρίζεται ανάλαφρα στο κεφάλι τους. Η κλασική μορφή της Καρυάτιδας είναι ντυμένη με απλό αλλά κολακευτικό χιτώνα. Έχει ευθύγραμμη και λυγερή κορμοστασιά. Τα πόδια είναι ενωμένα, αλλά μπορεί να έχει το δεξί ή το αριστερό πόδι ελαφρά εμπρός. Τα χέρια είναι στο πλάι και προς τα κάτω, ενώ μερικές φορές στο ένα χέρι κρατούν κάποιο αφιέρωμα. Οι Καρυάτιδες ήταν επιζωγραφισμένες στην αρχαία εποχή, αλλά τα χρώματα χάθηκαν με το πέρασμα του χρόνου.

Πού ακριβώς βρισκόταν το αρχαίο ιερό της Αρτέμιδος και των Νυμφών όπου τελούνταν τα Καρυάτεια δεν είναι γνωστό, διότι δεν έχει μείνει ούτε ίχνος από αυτό το ιερό ή το βωμό ή το άγαλμα της θεάς. Η πιο πιθανή θέση του, σύμφωνα με τις περιγραφές των αρχαίων πηγών που αναφέρονται σε αυτό, είναι το σημείο όπου βρίσκεται σήμερα το ξωκλήσι και η πηγή της Παναγίας και τα υπεραιωνόβια πλατάνια του Μενελάου, 400 μέτρα βόρεια από το σημερινό χωριό.

Οι αρχαίες Καρυές βρίσκονταν στα βορειοανατολικά σύνορα της επικράτειας των Σπαρτιατών. Η κορυφογραμμή του Ζυγού ήταν η οριογραμμή ανάμεσα στην επικράτεια των Σπαρτιατών και τη Θυρεάτιδα που ανήκε στους Αργείους, και εκεί ήταν στημένες οι Ερμές (λίθινες στήλες-οριοδείκτες) που αναφέρει ο Παυσανίας. Ο αρχαίος δρόμος από την Αργολίδα προς τη Λακωνία ανηφόριζε στις ανατολικές πλαγιές του Πάρνωνα και, ακολουθώντας λίγο ως πολύ το ίχνος του σημερινού δρόμου από τον Άγιο Πέτρο προς τις Καρυές, περνούσε τα σύνορα στην περιοχή που σήμερα ονομάζεται Φονεμένοι. Το πυκνό δάσος βελανιδιάς νότια από αυτό το δρόμο, το σημερινό βελανιδόδασος των Καρυών, όπου βρίσκονται και πολλές από τις σηματοδοτημένες πεζοπορικές και ποδηλατικές διαδρομές του δικτύου Caryatides Trails, ήταν το δάσος του Διός Σκοτίτα που αναφέρει ο Παυσανίας, και κάπου εδώ μέσα υπήρχε και το ιερό και το άγαλμα του Ηρακλή.

Οι βασιλείς της Σπάρτης, πριν ξεκινήσουν με το στρατό τους για πολεμικές επιχειρήσεις μακριά από την επικράτεια της Σπάρτης, έκαναν θυσίες στο βωμό του Δία μέσα στη Σπάρτη, και αν οι οιωνοί ήταν καλοί ξεκινούσαν για τον πόλεμο. Φτάνοντας στα σύνορα της χώρας τους, έκαναν πάλι θυσίες, στο Δία και την Αθηνά, για να δουν αν συνέχιζαν οι θεοί να είναι ευνοϊκοί. Οι θυσίες αυτές, που ονομάζονταν διαβατήριαι θυσίαι, γίνονταν στα σύνορα της χώρας, και μόνο αν ήταν και αυτές ευνοϊκές περνούσαν τα σύνορα και πήγαιναν να πολεμήσουν. Ο Θουκυδίδης (Βιβλίο V, Κεφ. 54-55) αναφέρει ότι το έτος 418 π.Χ. έκαναν τέτοιες θυσίες οι Σπαρτιάτες στις Καρυές, όταν έκαναν εκστρατεία εναντίον των Αργείων (αλλά δεν ήταν ευνοϊκές, και έτσι γύρισαν πίσω).

Με την επικράτησή τους στον Πελοποννησιακό πόλεμο (431 – 404 π.Χ.), και τη συντριβή των Αθηναίων, οι Σπαρτιάτες έγιναν η κυρίαρχη δύναμη σε όλη την Ελλάδα. Εξεστράτευσαν ύστερα με επιτυχία εναντίον των Περσών (400 – 395 π.Χ.), αλλά το 395 -387 π.Χ. γύρισαν στην πατρίδα τους για να αντιμετωπίσουν την καλά οργανωμένη επίθεση των υποταγμένων Ελλήνων (Αθηναίων, Κορινθίων, Θηβαίων και άλλων) και ηττήθηκαν. Οι συνεχείς πόλεμοι όμως, εξασθένησαν την κραταιά Σπάρτη η οποία κλείστηκε στα σύνορά της. Ηγεμονική δύναμη τότε για μια δεκαετία στην Ελλάδα αναδείχτηκαν οι Θηβαίοι (371- 362 π.Χ.), οι οποίοι το 369 π.Χ. εκστρατεύουν εναντίον των Σπαρτιατών στην Πελοπόννησο. Βλέποντας τους Σπαρτιάτες εξασθενημένους, επαναστάτησαν εναντίον τους και συστρατεύτηκαν με τους Θηβαίους όλοι σχεδόν οι Πελοποννήσιοι, ανάμεσά τους και οι Καρυάτες. Όμως την τελευταία στιγμή, ήρθε πολύτιμη βοήθεια στους Σπαρτιάτες από τους συμμάχους τους στις Συρακούσες της Σικελίας, κι έτσι αντεπιτέθηκαν, έδιωξαν τους Θηβαίους, και βέβαια τιμώρησαν σκληρά τους επαναστατημένους Αρκάδες. Ο Ξενοφών (Ελληνικά, Ζ,1,28) περιγράφει τι υπέστησαν οι Καρυές ο 368 π.Χ. από την εκδικητική μανία των Σπαρτιατών, και του αρχηγού τους του Αρχίδαμου: «Καρύας μεν εξαιρεί κατά κράτος και όσους ζώντας έλαβεν απέσφαξεν» (κατέστρεψε ολοσχερώς τις Καρυές, και όσους από τους κατοίκους έπιασε ζωντανούς τους έσφαξε».

Οι Καρυές έκαναν πολλά χρόνια να συνέλθουν από αυτή την καταστροφή. Τις επόμενες δεκαετίες, μέχρι το 338 π.Χ., οι Καρυές παρέμειναν υπό την εξουσία της Σπάρτης, αλλά εκείνη τη χρονιά έφτασαν στην Πελοπόννησο οι Μακεδόνες του Φιλίππου Α΄, οι νέοι κυρίαρχοι της Ελλάδας, που περιόρισαν τους Σπαρτιάτες στην πόλη τους και απελευθέρωσαν όλους τους υποτελείς τους. Οι Καρυές και όλες οι αρκαδικές πόλεις όπως και η πρωτεύουσά τους η Τεγέα, έζησαν ελεύθερες από το σπαρτιατικό ζυγό για πολλά χρόνια, ως το 228 π.Χ. Τότε πέρασαν και πάλι στην εξουσία των Σπαρτιατών, αλλά μόνο για λίγα χρόνια: το 222 π.Χ., στη μάχη της Σελλασίας (λίγο νότια από τις Καρυές) οι Σπαρτιάτες νικήθηκαν και πάλι από τους Αχαιούς και τους Μακεδόνες, και οι Καρυές ήταν και πάλι ελεύθερες.

Το οριστικό τέλος της σπαρτιατικής παντοδυναμίας πλησίαζε, αλλά δεν είχε έρθει ακόμα. Η μάχη στο Δάσος Σκοτίτα, λίγο έξω από τις Καρυές, το 200 π.Χ., όπου ο στρατός της Αχαϊκής Συμπολιτείας (μιας συμμαχίας των αχαϊκών πόλεων της βόρειας Πελοποννήσου, στην οποία εντάχθηκαν αργότερα και πολλές αρκαδικές πόλεις) νίκησε τους Σπαρτιάτες, ήταν μια από τις τελευταίες μάχες των Πελοποννησίων, προτού εμφανιστούν στο προσκήνιο οι Ρωμαίοι.

Οι Ρωμαίοι ανέπτυξαν μια πρωτόγνωρη στρατιωτική ισχύ με την οποία όχι μόνο κατέκτησαν όλο το γνωστό τότε κόσμο, αλλά μπόρεσαν και επέβαλαν την ειρήνη (την περίφημη Pax Romana) για μεγάλα χρονικά διαστήματα στις επαρχίες της αυτοκρατορίας τους. Τα περισσότερα χρόνια της κυριαρχίας τους στην ελληνική χερσόνησο, που ονομάστηκε Ρωμαϊκή περίοδος (146 π.Χ. – 395 μ.Χ.), οι κάτοικοι των Καρυών όπως και όλοι οι υπόλοιποι Πελοποννήσιοι φαίνεται ότι ζούσαν μια ήρεμη αγροτική ζωή, με σχετική ασφάλεια και ευημερία, παρόλη την καταπίεση, την υψηλή φορολόγηση και τις αυθαιρεσίες που υφίσταντο από τους Ρωμαίους. Έγινε όμως και μια μεγάλη καταστροφή το έτος 267 μ.Χ.. Εκείνη τη χρονιά, ένα τεράστιο πλήθος βαρβάρων, Γότθοι και Έρουλοι, εξορμώντας με τα πλοία τους από τη Μαύρη θάλασσα, πέρασαν στο Αιγαίο, λεηλάτησαν στο πέρασμά τους ένα σωρό νησιά, και αποβιβάστηκαν στις ανατολικές ακτές της Πελοποννήσου. Το Άργος, η Κόρινθος, η Τεγέα, η Σπάρτη και όλοι οι μικροί και μεγάλοι οικισμοί που βρέθηκαν στο πέρασμά τους, ανάμεσά τους και οι Καρυές, καταστράφηκαν ολοσχερώς.

Το 395 μ.Χ., μετά το θάνατο του αυτοκράτορα Θεοδοσίου, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία χωρίζεται οριστικά σε Ανατολική (με αυτοκράτορα τον Αρκάδιο) και Δυτική (με αυτοκράτορα τον Ονώριο). Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία διαμορφώνει τα δικά της χαρακτηριστικά που οδήγησαν στο σχηματισμό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και ακολουθεί μια ένδοξη ιστορική πορεία που διήρκησε λίγο περισσότερα από 1.000 χρόνια, ως το έτος 1453. Στη διάρκεια αυτής της χιλιετίας, που ονομάζεται Βυζαντινή περίοδος, έγιναν αμέτρητοι πόλεμοι, επιδρομές βαρβάρων, λεηλασίες, σφαγές και καταστροφές στην ελλαδική χερσόνησο και στην περιοχή της Πελοποννήσου. Μια από τις πιο καταστροφικές επιδρομές ήταν αυτή των Βησιγότθων με αρχηγό τους τον Αλάριχο, το έτος 396, από τη φωτιά και το τσεκούρι των οποίων πέρασαν και οι Καρυές. Τότε πιθανότατα καταστράφηκε οριστικά ο αρχαίος οικισμός των Καρυών και το ιερό της Αρτέμιδος. Οι λιγοστοί Καρυάτες που γλύτωσαν τη σφαγή, κρύφτηκαν στα δάση του Πάρνωνα, και όταν οι Ρωμαίοι έδιωξαν από την Πελοπόννησο αυτούς τους βαρβάρους, ξαναγύρισαν στο κατεστραμμένο χωριό τους και ξεκίνησαν τη ζωή τους από την αρχή.

Μια άλλη εισβολή που προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στην Πελοπόννησο και σε όλη την ελλαδική χερσόνησο και πιθανότατα επηρέασε και τις Καρυές, ήταν αυτή των Σλάβων, τον 7 ο και τον 8 ο αιώνα. Οι Σλάβοι δεν ήρθαν για να λεηλατήσουν αλλά για να αναζητήσουν μια καλύτερη μοίρα σε μια καινούρια πατρίδα, γι’ αυτό και κινήθηκαν ειρηνικά, με τις οικογένειές τους, τα κοπάδια τους και τα εργαλεία τους, εγκαταστάθηκαν κυρίως στις ορεινές περιοχές και πολύ γρήγορα εξελληνίστηκαν με τη βοήθεια κυρίως της Εκκλησίας που ανέλαβε τον εκχριστιανισμό τους, και της Πολιτείας που τους δέχτηκε ως μισθοφόρους στον αυτοκρατορικό στρατό. Τότε λοιπόν, πιθανότατα τον 8 ο αιώνα, οι Καρυές, που σίγουρα δέχτηκαν πολλούς Σλάβους εποίκους, μετονομάστηκαν σε Αράχωβα (τόπος με καρυδιές, στη σλαβική γλώσσα). Παρόλο που οι νέοι κάτοικοι εκχριστιανίστηκαν και αφομοιώθηκαν πλήρως με τον τοπικό πληθυσμό, η ονομασία Αράχωβα επικράτησε. Ακόμα και σήμερα, που επανήλθε η αρχαία ονομασία του χωριού, οι μεγαλύτεροι σε ηλικία κάτοικοι προτιμούν να αποκαλούν τους εαυτούς τους Αραχωβίτες.

Τα τελευταία 250 χρόνια της βυζαντινής αυτοκρατορίας, η Πελοπόννησος πέρασε στην κυριαρχία των Φράγκων, οι οποίοι οργάνωσαν τις Σταυροφορίες με στόχο υποτίθεται να απελευθερώσουν τους Άγιους Τόπους, αλλά το 1204 κατέκτησαν την ίδια την Κωνσταντινούπολη, και εν συνεχεία ξεκίνησαν τους πολέμους για να κατακτήσουν τις βυζαντινές επαρχίες. Η Πελοπόννησος κατακτήθηκε από τον Γουλιέλμο Α΄ Βιλεαρδουίνο και τους ιππότες του. Το κράτος που δημιούργησε εδώ, το Πριγκιπάτο του Μωρέως, έμεινε υπό την εξουσία των Φράγκων από το 1204 ως το 1261. Οι Φράγκοι χώρισαν το πριγκιπάτο τους σε 12 βαρονίες, και κάθε βαρονία ήταν χωρισμένη σε φέουδα. Στη διοικητική ιεραρχία των Φράγκων, πάνω πάνω ήταν ο Πρίγκηπας, από κάτω του ήταν οι Βαρόνοι, και πιο κάτω οι Φεουδάρχες. Οι κάτοικοι των χωριών ζούσαν μια ήρεμη ζωή, καλλιεργούσαν τα χωράφια τους, και πλήρωναν τους φόρους τους στους νέους κυρίαρχους. Η Αράχωβα ανήκε στη βαρονία της Καρύταινας. Εκείνα τα χρόνια πιθανότατα, ο τοπικός φεουδάρχης, που εξουσίαζε το χωριό και τα άλλα χωριά τριγύρω, έχτισε τον πύργο που σήμερα ονομάζουν οι ντόπιοι Παλιόπυργο, περίπου 2 χλμ δυτικά από τις Καρυές, για να ελέγχει την περιοχή του. Η Αράχωβα φαίνεται ότι ευνοήθηκε όλη αυτή την περίοδο της Φραγκοκρατίας, αυξήθηκε ο πληθυσμός της, και πλέον ήταν γνωστή ως Μεγάλη Αράχωβα.

Το 1261 οι Βυζαντινοί έδιωξαν τους Φράγκους από την Κωνσταντινούπολη και ξεκίνησαν τον πόλεμο για να τους διώξουν και από όλα τα εδάφη της αυτοκρατορίας. Στην Πελοπόννησο οι Βυζαντινοί ίδρυσαν το Δεσποτάτο του Μυστρά, και ο πόλεμος με τους Φράγκους κράτησε ως τις αρχές του 15 ου αιώνα. Τότε όμως, και συγκεκριμένα το 1423, πέρασαν τον Ισθμό και εισέβαλαν στην Πελοπόννησο οι Τούρκοι, ο πιο βάρβαρος λαός που εμφανίστηκε ποτέ στο δυτικό κόσμο. Αυτή η αιμοδιψής φυλή Μογγόλων σάρωσε στο πέρασμα της όλα τα εδάφη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, κατέλαβε την ίδια την Κωνσταντινούπολη το 1453, και από τότε ξεκίνησε η πιο σκοτεινή περίοδος για τον ελληνισμό, η περίοδος της Τουρκοκρατίας.

Αυτά τα σχεδόν 400 χρόνια σκλαβιάς στους Τούρκους, ήταν για τους Έλληνες η πιο εφιαλτική περίοδος της σύγχρονης ιστορίας τους. Η Πελοπόννησος αποτέλεσε ένα πασαλίκι, το πασαλίκι του Μωριά, και ήταν χωρισμένη σε μικρότερες περιφέρειες, τα βιλαέτια. Η Αράχωβα ανήκε στο βιλαέτι του Μυστρά, που απλωνόταν σχεδόν σε όλο τον Πάρνωνα. Οι περισσότεροι χωρικοί ήταν ακτήμονες και δούλευαν ως δουλοπάροικοι (σχεδόν σκλάβοι) στα χωράφια των Τούρκων (και δυστυχώς και κάποιων Ελλήνων) τσιφλικάδων. Μέχρι τα τέλη του 17 ου αιώνα, η Αράχωβα ήταν σκορπισμένη σε πολλούς μικρούς συνοικισμούς, σε μικρή απόσταση ο ένας από τον άλλο, και με κέντρο τους τον οικισμό που υπήρχε στη σημερινή θέση του χωριού, ο οποίος ήταν ο μεγαλύτερος. Γύρω στα τέλη του 17 ου αιώνα ή στις αρχές του 18 ου , οι Αραχωβίτες από τους μικρούς αυτούς συνοικισμούς αποφάσισαν να μετοικήσουν στον κεντρικό οικισμό, και τότε ουσιαστικά ξεκίνησε να διαμορφώνεται το χωριό έτσι όπως το ξέρουμε σήμερα. Στο χωριό ήρθαν και εγκαταστάθηκαν και αρκετοί Τούρκοι, οι οποίοι πήραν τα καλύτερα κτήματα στην περιοχή του Κάμπου, και υπήρχε και μια μόνιμη παρουσία λίγων Τούρκων στρατιωτών για την επιβολή της τάξης.

Η φορολογία που επέβαλαν οι Τούρκοι σε όλους τους υπηκόους τους ήταν τόσο βαριά, που με μαθηματική ακρίβεια τους οδηγούσε στην εξαθλίωση και τους κρατούσε δέσμιους στην έσχατη φτώχεια. Πολλοί ήταν αυτοί που δεν άντεχαν αυτή την εξαθλίωση και, μη έχοντας πια τίποτα να χάσουν, έπαιρναν ένα όπλο και ανέβαιναν στα βουνά ζώντας σαν τα αγρίμια: κοιμόντουσαν στις σπηλιές, λήστευαν για να ζουν, και όποτε είχαν την ευκαιρία σκότωναν Τούρκους. Αυτοί ήταν οι περίφημοι Κλέφτες και οι Αρματολοί, οι ένοπλοι Έλληνες που απετέλεσαν τον πυρήνα απ’ όπου ξεπήδησε η Μεγάλη Ελληνική Επανάσταση του 1821. Ένας από τους πιο γενναίους και φημισμένους Κλέφτες του Μωριά, ήταν ο καπετάν Ζαχαριάς από τη γειτονική Βαρβίτσα. Στην ομάδα του ήταν και πολλά παλικάρια από την Αράχωβα, ανάμεσά τους πιο ονομαστοί ο Γιαννάκης Μαχαίρας και ο Παρασκευάς Διαμαντούρος.

Όταν ξέσπασε η Μεγάλη Ελληνική Επανάσταση το 1821, που οδήγησε στην αποτίναξη των 400 ετών τουρκικής σκλαβιάς και την ίδρυση του Ελληνικού κράτους τo 1830, πάρα πολλοί Αραχωβίτες εντάχθηκαν ως πολεμιστές στα επαναστατικά σώματα των οπλαρχηγών του Μωριά. Από το 1821 μέχρι και το 1828 που κράτησε ο απελευθερωτικός αγώνας, όλος ο Μωριάς ήταν ένα πεδίο μάχης με συνεχείς συγκρούσεις ανάμεσα σε Τούρκους και Έλληνες, Αιγυπτίους και Έλληνες, αλλά και Έλληνες και Έλληνες (με δύο εμφύλιες συγκρούσεις εν μέσω του απελευθερωτικού αγώνα...). Μέσα σε αυτό το ηφαιστειακό τοπίο ήταν αδύνατον να γλυτώσει την καταστροφή η Αράχωβα, όπως άλλωστε και τα περισσότερα χωριά της Πελοποννήσου. Στις 12 Μαΐου 1826, οι βάρβαροι Αιγύπτιοι στρατιώτες του Ιμπραήμ πασά μπήκαν στο χωριό, έκαψαν όλα τα σπίτια του (εκτός από το ναό της Αγίας Παρασκευής που γλύτωσε ως εκ θαύματος, και 7-8 σπίτια), λεηλάτησαν όλα τα κτήματα, σκότωσαν πολλούς, και πολλούς άλλους τους πήραν αιχμάλωτους για να τους πουλήσουν στα σκλαβοπάζαρα. Οι περισσότεροι κάτοικοι όμως είχαν προλάβει να φύγουν άρον άρον και να κρυφτούν στα γύρω δάση, και έτσι γλύτωσαν τη ζωή τους.

Μετά την απελευθέρωση από τους Οθωμανούς και την ίδρυση του ελληνικού κράτους το 1830, η Αράχωβα αναστήθηκε από τις στάχτες της. Επανήλθε επισήμως το αρχαίο της όνομα Καρυαί, οι κάτοικοι (που ωστόσο συνέχισαν να αποκαλούν το χωριό τους Αράχωβα και τους εαυτούς τους Αραχωβίτες) ξανάχτισαν τα σπίτια τους, καλλιέργησαν ξανά τα χωράφια τους, μεγάλωσαν τα κοπάδια τους, και η ζωή ξαναγύρισε στο πανέμορφο χωριό. Όμως οι συνθήκες ήταν πολύ δύσκολες για όλους, τα οικονομικά του νεοσύστατου κράτους σε πολύ κακή κατάσταση, η πολιτική αστάθεια και η διαφθορά δυσκόλευαν κάθε προσπάθεια ανάκαμψης, και η φτώχεια βασάνιζε τους περισσότερους Έλληνες. Οι περισσότεροι Αραχωβίτες, κάθε χειμώνα έφευγαν από το χωριό τους για να δουλέψουν στους αμπελώνες και τους ελαιώνες των πεδινών περιοχών της Πελοποννήσου, σε κτήματα πλουσίων και σε όποια άλλη δουλειά μπορούσε να τους εξασφαλίσει ένα μικρό εισόδημα. Κάθε Πάσχα γύριζαν στο χωριό τους με το «κομπόδεμά» τους, καλλιεργούσαν τα χωραφάκια τους, έκαναν τη σοδειά τους, και μετά πάλι στα ξένα.

Στα τέλη του 19 ου αιώνα, κάποιοι Αραχωβίτες επιχείρησαν έναν πολύ πιο δύσκολο ξενιτεμό, με την ελπίδα μιας καλύτερης ζωής. Το 1867 ο πρώτος Αραχωβίτης (ο Κωνσταντίνος Καπήλος) έφτασε στην Αμερική, το 1887 ακολούθησαν δύο ακόμα, και τα επόμενα 40 χρόνια εκατοντάδες Αραχωβίτες διέσχισαν τον Ατλαντικό προς τη νέα τους πατρίδα. Προορισμός ήταν κυρίως η Αμερική και ο Καναδάς, όπου πράγματι οι Αραχωβίτες διέπρεψαν, πολλοί από αυτούς έκαναν μεγάλες περιουσίες, και κανείς τους δεν ξέχασε το χωριό του.

Στα τέλη του 19 ου αιώνα και το πρώτο μισό του 20 ου αιώνα, οι συνεχείς πόλεμοι εξουθένωσαν την ελληνική οικονομία, και όλη η κοινωνία υπέφερε. Οι Αραχωβίτες συμμετείχαν, με στρατιώτες και αξιωματικούς, στην Κρητική Επανάσταση του 1866, στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, στους Βαλκανικούς πολέμους (1912, 1913), στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο (1917-1921), στη Μικρασιατική εκστρατεία (1922) και στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο (1941-1944). Πολλοί από αυτούς διακρίθηκαν στις μάχες και τιμήθηκαν με μετάλλια, και πολλοί έχασαν τη ζωή τους ηρωικώς μαχόμενοι.

Στα χρόνια της ιταλο-γερμανικής Κατοχής (Μάιος 1941 – Σεπτέμβριος 1944) οι Καρυές ήταν υπό τη διοίκηση αρχικά των Ιταλών και μετέπειτα των Γερμανών, οι οποίοι είχαν την έδρα τους στη Σπάρτη και την Τρίπολη, και κάθε τόσο έρχονταν στο χωριό για να πάρουν τρόφιμα (κυρίως πατάτες, που ήταν το κύριο προϊόν του τόπου), αλλά και για να λεηλατούν τις περιουσίες των κατοίκων. Τρεις από αυτές τις επιδρομές, προκάλεσαν πολλά θύματα και ανυπολόγιστες καταστροφές στο χωριό. Η πρώτη έγινε στις 19 Σεπτεμβρίου 1943, κατά την οποία περίπου 500 Γερμανοί μπήκαν στο χωριό, σκότωσαν 11 αθώους αμάχους, λεηλάτησαν τα σπίτια, σημάδεψαν για να κάψουν γύρω στα 50 από αυτά, και είχαν στήσει απέναντι από το εκτελεστικό απόσπασμα δεκάδες κατοίκους του χωριού για να τους εκτελέσουν. Όμως, σαν από θαύμα, εμφανίστηκε εκείνη την ώρα στο χωριό ο εκπρόσωπος του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού κος Άξελ Πέρσον και κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή έσωσε το χωριό από την καταστροφή. Ωστόσο, η καταστροφή ήρθε λίγους μήνες αργότερα: στις 14 και 15 Μαρτίου 1944, με αφορμή κάποια επίθεση ανταρτών εναντίον ενός γερμανικού αποσπάσματος λίγο έξω από το χωριό, περίπου 150 Γερμανοί μπήκαν στο έρημο χωριό (το οποίο είχαν εσπευσμένα εγκαταλείψει οι κάτοικοί του, ειδοποιημένοι από τα φυλάκια που είχαν στήσει), το λεηλάτησαν άλλη μια φορά, έκαψαν ή ανατίναξαν όλα τα σπίτια του χωριού (κάπου 300) καθώς και το σχολείο και το πέτρινο ρολόι, και σκότωσαν 9 αθώους ανθρώπους που τους βρήκαν είτε άρρωστους μέσα στο σπίτι τους είτε κρυμμένους έξω από το χωριό. Η τελευταία μεγάλη δοκιμασία των Καρυών ήταν κατά τη 15ήμερη εκκαθαριστική επιχείρηση των Γερμανών στον Πάρνωνα (23 Ιουνίου – 8 Ιουλίου 1944), στην προσπάθειά τους να εξοντώσουν τους αντάρτες που εξορμούσαν από εδώ προκαλώντας δολιοφθορές και καίρια πλήγματα στους κατακτητές. Ανάμεσα στις αντάρτικες ομάδες του Πάρνωνα ήταν και αυτές των Αραχωβιτών καπεταναίων Λεβεντάκη, Κονταλώνη και Πρεκεζέ, επανδρωμένες με δεκάδες γενναίους Αραχωβίτες. Κατά τη διάρκεια αυτής της εκκαθαριστικής επιχείρησης οι Καρυάτες, όπως και όλοι οι κάτοικοι των χωριών του Πάρνωνα, είχαν εγκαταλείψει τα σπίτια τους και είχαν κρυφτεί σε σπηλιές, σε καλύβια, σε λαγούμια ή σε πυκνές συστάδες θάμνων και μέσα στα δάση του βουνού, οι δε Γερμανοί με μια κυκλωτική κίνηση από όλες τις πλαγιές του βουνού έσφιξαν τον κλοιό με σαρωτική προέλαση προς την κορυφή του βουνού, και όποιους έβρισκαν τους σκότωναν επιτόπου, χωρίς έλεος και χωρίς καμία διάκριση αν ήταν γέροι, γυναίκες, ή παιδιά. Συνολικά 250 αθώοι χωρικοί έχασαν τη ζωή τους σε αυτή την επιδρομή, ανάμεσά τους και 18 Καρυάτες.

Μετά την οριστική συντριβή της Γερμανίας, τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου και την αποχώρηση αυτού του στρατού βαρβάρων από την Ελλάδα, η ζωή στις Καρυές δεν άργησε να ξαναβρεί τους παλιούς ρυθμούς της, χάρη στη δύναμη ψυχής που χαρακτηρίζει αυτούς τους γενναίους ανθρώπους αλλά και τη μεγάλη οικονομική βοήθεια που δέχτηκαν από τους φιλόπατρεις ξενιτεμένους Καρυάτες της Αμερικής και του Καναδά. Τα πέτρινα αρχοντικά του χωριού με τις κεραμοσκεπές ξαναχτίστηκαν ακόμα ωραιότερα από τα αρχικά, πολλά νέα σπίτια χτίστηκαν σε όλες τις γειτονιές, επισκευάστηκε το σχολείο, ξαναχτίστηκε το κοινοτικό ρολόι, φτιάχτηκε το μνημείο των Καρυάτιδων, συντηρήθηκαν όλες οι εκκλησίες, στρώθηκαν οι δρόμοι μέσα και γύρω από το χωριό, διαμορφώθηκαν οι δύο πλατείες, άνοιξαν ταβέρνες, καφέ και καταστήματα, χτίστηκαν ωραίοι ξενώνες. Οι Καρυές είναι σήμερα ένα από τα ομορφότερα χωριά του Πάρνωνα, με 400 μόνιμους κατοίκους (γύρω στους 1.000 το καλοκαίρι) γεμάτους ενέργεια και όνειρα για ένα λαμπρό μέλλον.